Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lightly
Παραδείγματα
She placed her hand lightly on his arm.
Έβαλε το χέρι της απαλά στο μπράτσο του.
1.1
ελαφρά, με αβρότητα
with a sense of airiness, grace, or delicate movement, like floating
Παραδείγματα
Balloons floated lightly above the crowd.
Τα μπαλόνια επέπλεαν αβρά πάνω από το πλήθος.
Παραδείγματα
The subject was only lightly touched on in the lecture.
Το θέμα αναφέρθηκε μόνο ελαφρά στη διάλεξη.
2.1
ελαφρά, με μέτρο
in a moderate or restrained way, especially when eating or drinking
Παραδείγματα
I prefer to eat lightly for better digestion.
Προτιμώ να τρώω ελαφρά για καλύτερη πέψη.
03
χαρούμενα, χωρίς παράπονο
in a cheerful or uncomplaining manner
Παραδείγματα
They handled the setback lightly, laughing it off.
Χειρίστηκαν την αναποδιά ελαφρά, γελώντας με αυτή.
3.1
ελαφρά, με αδιαφορία
in a dismissive or unconcerned way
Παραδείγματα
He lightly dismissed the criticism without reflection.
Απέρριψε ελαφρά την κριτική χωρίς αντανάκλαση.
3.2
ελαφρά, απερίσκεπτα
without serious thought or proper care, especially when not advised
Παραδείγματα
She did n't leave her position lightly.
Δεν εγκατέλειψε τη θέση της απερίσκεπτα.
Παραδείγματα
He skipped lightly over the puddle.
Πήδηξε ελαφρά πάνω από την νερόλακκα.
05
ελαφρά, εύκολα
happening or achieved without difficulty or strain
Παραδείγματα
He made friends lightly, wherever he went.
Έκανε φίλους εύκολα, όπου και να πήγαινε.



























