Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lightly
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She touched the baby's head lightly.
Αγγίξει απαλά το κεφάλι του μωρού.
1.1
ελαφρά, με αβρότητα
with a sense of airiness, grace, or delicate movement, like floating
Παραδείγματα
The scarf drifted lightly to the floor.
Το κασκόλ κατέβηκε απαλά στο πάτωμα.
Παραδείγματα
The eggs were lightly browned on both sides.
Τα αυγά ήταν ελαφρά καφέ και από τις δύο πλευρές.
2.1
ελαφρά, με μέτρο
in a moderate or restrained way, especially when eating or drinking
Παραδείγματα
He drank lightly at the party to keep clear-headed.
Ήπιε ελαφρά στο πάρτι για να παραμείνει ξύπνιος.
03
χαρούμενα, χωρίς παράπονο
in a cheerful or uncomplaining manner
Παραδείγματα
He accepted the delay lightly.
Δέχτηκε την καθυστέρηση ελαφρά.
3.1
ελαφρά, με αδιαφορία
in a dismissive or unconcerned way
Παραδείγματα
She spoke lightly of the risks involved.
Μίλησε ελαφρά για τους εμπλεκόμενους κινδύνους.
3.2
ελαφρά, απερίσκεπτα
without serious thought or proper care, especially when not advised
Παραδείγματα
Such promises should not be made lightly.
Τέτοιες υποσχέσεις δεν πρέπει να δίνονται απερίσκεπτα.
Παραδείγματα
She danced lightly across the stage.
Χόρεψε ελαφρά πάνω στη σκηνή.
05
ελαφρά, εύκολα
happening or achieved without difficulty or strain
Παραδείγματα
He lightly let go of the past.
Απαλά άφησε το παρελθόν.



























