Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lighthouse
01
φάρος, πύργος φάρου
a large structure, such as a tower, placed near the coast and equipped with a powerful light that guides or warns the approaching ships
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lighthouses
Παραδείγματα
The lighthouse keeper diligently maintained the beacon, ensuring it remained visible in all weather conditions.
Ο φύλακας του φάρου συντηρούσε επιμελώς το φάρο, διασφαλίζοντας ότι παρέμενε ορατός σε όλες τις καιρικές συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
lighthouse
light
house



























