Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thinly
01
αραιά, διάσπαρτα
in a way that involves few people, objects, or elements spread over a large area
Παραδείγματα
The soldiers were thinly spread along the long defensive line.
Οι στρατιώτες ήταν αραιά κατανεμημένοι κατά μήκος της μακράς αμυντικής γραμμής.
02
επιφανειακά, χωρίς πεποίθηση
without force or sincere effort
03
λεπτά, χωρίς ιξώδες
without viscosity
Λεξικό Δέντρο
thinly
thin



























