thinning
Pronunciation
/ˈθɪnɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "thinning"στα αγγλικά

01

αραίωση, λεπτύνση

the act of diluting something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store