Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Thinking
01
σκέψη, σκέφτομαι
the activity or process of carefully considering something in one's mind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Critical thinking is essential for evaluating information and making informed decisions in both personal and professional contexts.
Η κριτική σκέψη είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση πληροφοριών και τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων τόσο σε προσωπικά όσο και σε επαγγελματικά πλαίσια.
02
σκέψη, ανάκλαση
the set of opinions or ideas that one has about something
thinking
01
σκέπτομαι, λογικός
endowed with the capacity to reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thinking
συγκριτικός βαθμός
more thinking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, intelligence, philosophy
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overthinking
thinking
think



























