thinking
thin
ˈθɪn
θιν
king
kɪng
κινγκ
/ˈθɪŋkɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "thinking"στα αγγλικά

01

σκέψη, σκέφτομαι

the activity or process of carefully considering something in one's mind
thinking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Clear thinking is crucial for effective communication, as it enables individuals to express their ideas and opinions coherently.
Η σκέψη σαφής είναι κρίσιμη για την αποτελεσματική επικοινωνία, καθώς επιτρέπει στα άτομα να εκφράζουν τις ιδέες και τις απόψεις τους συνεκτικά.
02

σκέψη, ανάκλαση

the set of opinions or ideas that one has about something
01

σκέπτομαι, λογικός

endowed with the capacity to reason
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most thinking
συγκριτικός βαθμός
more thinking
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

overthinking
thinking
think
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store