Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thinly
01
αραιά, διάσπαρτα
in a way that involves few people, objects, or elements spread over a large area
Παραδείγματα
The houses were thinly scattered across the countryside.
Τα σπίτια ήταν αραιά διασκορπισμένα στην ύπαιθρο.
02
επιφανειακά, χωρίς πεποίθηση
without force or sincere effort
γραμματικές πληροφορίες
03
λεπτά, χωρίς ιξώδες
without viscosity
Λεξικό Δέντρο
thinly
thin



























