Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gratter
01
τρίβω, ξύνω
enlever quelque chose en frottant avec un outil ou un objet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
gratte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
grattons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
gratterai
ενεστώτα μετοχή
grattant
παθητική μετοχή
gratté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
grattions
Παραδείγματα
Elle gratte les restes de nourriture de la poêle.
Αυτή ξύνει τα υπολείμματα φαγητού από το τηγάνι.
02
ξύνω, γρατσουνίζω
frotter avec les ongles ou un objet pointu pour soulager une démangeaison ou faire un bruit
Παραδείγματα
Le chat gratte le canapé avec ses griffes.
Η γάτα γρατζουνάει τον καναπέ με τα νύχια της.
03
κνησμώ, προκαλώ φαγούρα
provoquer une sensation de démangeaison
Παραδείγματα
Ce pull en laine me gratte le dos.
Αυτό το μάλλινο πουλόβερ μου προκαλεί φαγούρα στην πλάτη.
04
κλέβω κρυφά, τσέπης
voler discrètement, particulièrement en subtilisant un portefeuille
Παραδείγματα
Fais attention, quelqu'un a gratté mon portable dans le métro.
Πρόσεχε, κάποιος έκλεψε το τηλέφωνό μου στο μετρό.
05
προσπερνώ την τελευταία στιγμή, ξεπεράω με μικρή διαφορά
devancer légèrement quelqu'un ou quelque chose, souvent de manière inattendue
Παραδείγματα
Il a gratté son adversaire au dernier tournant.
Προσπέρασε τον αντίπαλό του στην τελευταία στροφή.
06
κουρδίζω απλά, παίζω κουρδίζοντας απλά
jouer de la guitare ou d'un instrument à cordes de façon simple
Παραδείγματα
Il gratte sa guitare dans sa chambre.
Χτυπάει την κιθάρα του στο δωμάτιό του.



























