Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grave
01
σοβαρός, βαρύς
qui est sérieux, important ou dangereux
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus grave
συγκριτικός βαθμός
plus grave
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
grave
αρσενικό πληθυντικό
graves
θηλυκό ενικό
grave
θηλυκό πληθυντικό
graves
Παραδείγματα
Le patient est dans un état grave mais stable.
Ο ασθενής βρίσκεται σε σοβαρή αλλά σταθερή κατάσταση.



























