Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le gratin
[gender: masculine]
01
γρατίν, ψημένο φαγητό με τυρί ή φρυγανιά
plat recouvert de fromage ou chapelure et cuit au four
Παραδείγματα
La croûte dorée du gratin est délicieuse.
Η χρυσή κρούστα του γκρατέν είναι νόστιμη.
02
η κρεμάλα, η ελίτ
l'élite sociale ou intellectuelle
Παραδείγματα
Le gratin mondain snobe les nouvelles richesses.
Ο γκρατέν περιφρονεί τους νέους πλούσιους.



























