Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tweak
01
τσιμπώ, τραβώ
to pinch, pull, or adjust something with a sudden, quick motion, particularly to remove or separate it from something else
Complex Transitive: to tweak sth from sth [adj]
Παραδείγματα
She tweaked a loose thread from the fabric of her sweater.
Τράβηξε μια χαλαρή κλωστή από το ύφασμα του πουλόβερ της.
02
τσιμπώ, τσιμπώ ελαφρά
to give a sharp, quick squeeze or pinch
Transitive: to tweak sth
Παραδείγματα
In a mischievous move, she tweaked her brother's cheek while passing by.
Σε μια ατακτική κίνηση, τσίμπησε το μάγουλο του αδελφού της περνώντας.
03
προσαρμόζω, τελειοποιώ
to make small and precise adjustments
Transitive: to tweak sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tweak
γ΄ ενικό πρόσωπο
tweaks
ενεστώτα μετοχή
tweaking
απλός αόριστος
tweaked
παθητική μετοχή
tweaked
Παραδείγματα
The photographer decided to tweak the camera settings for better exposure before taking the final shot.
Ο φωτογράφος αποφάσισε να προσαρμόσει τις ρυθμίσεις της φωτογραφικής μηχανής για καλύτερη έκθεση πριν τραβήξει την τελική φωτογραφία.
04
αγχώνομαι, πανικοβάλλομαι
to behave nervously, compulsively, or erratically, often in response to stress or pressure
αργκό
Παραδείγματα
He started to tweak when his boss asked for last-minute revisions.
Άρχισε να αγχώνεται όταν το αφεντικό του ζήτησε αλλαγές της τελευταίας στιγμής.
Tweak
01
τσίμπημα, σφίξιμο
a squeeze with the fingers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tweaks



























