twain
twain
tweɪn
τουειν
/twˈe‍ɪn/

Ορισμός και σημασία του "twain"στα αγγλικά

01

ζεύγος, δύο

two items of the same kind
twain definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twains
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store