Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tweed
01
tweed, σκωτική μάλλινη ύφασμα
a rough woolen fabric woven by different colored threads, originally made in Scotland, especially used for coats and suits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
tweedy
tweed



























