Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réaliser
01
επιτυγχάνω, πραγματοποιώ
mettre en pratique, accomplir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
réalise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
réalisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
réaliserai
ενεστώτα μετοχή
réalisant
παθητική μετοχή
réalisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
réalisions
Παραδείγματα
Ils ont réalisé leur rêve de voyager.
Πραγματοποίησαν το όνειρό τους να ταξιδέψουν.
02
σκηνοθετώ, πραγματοποιώ
diriger la création d'un film, d'une pièce ou d'une œuvre artistique
Παραδείγματα
Il a réalisé plusieurs films célèbres.
Πραγματοποίησε αρκετές διάσημες ταινίες.
03
συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι
prendre conscience de quelque chose
Παραδείγματα
J'ai réalisé mon erreur trop tard.
Συνειδητοποίησα το λάθος μου πολύ αργά.
04
υλοποιώ, εφαρμόζω
mettre en œuvre, exécuter une idée ou un projet
Παραδείγματα
Ils ont réalisé le projet en six mois.
Πραγματοποίησαν το έργο σε έξι μήνες.
05
αναπτύσσεται πλήρως, προοδεύει
se développer pleinement, progresser
Παραδείγματα
Elle s'est réalisée dans sa carrière artistique.
Πραγματοποιήθηκε στην καλλιτεχνική της καριέρα.
06
μετατρέπω σε χρήματα, πουλώ για να αποκτήσω χρήματα
convertir en argent, vendre pour obtenir de l'argent
Παραδείγματα
Il a réalisé une grosse somme en vendant sa maison.
Πραγματοποίησε ένα μεγάλο ποσό πουλώντας το σπίτι του.
07
πραγματοποιούμαι, γίνομαι πραγματικότητα
devenir réalité , se concrétiser
Παραδείγματα
Son rêve s'est réalisé après des années d'efforts.
Το όνειρό του πραγματοποιήθηκε μετά από χρόνια προσπάθειας.



























