Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
réaliser
01
επιτυγχάνω, πραγματοποιώ
mettre en pratique, accomplir quelque chose
Παραδείγματα
Le plan a été réalisé avec succès.
Το σχέδιο πραγματοποιήθηκε με επιτυχία.
02
σκηνοθετώ, πραγματοποιώ
diriger la création d'un film, d'une pièce ou d'une œuvre artistique
Παραδείγματα
Le film a été réalisé par un cinéaste talentueux.
Η ταινία πραγματοποιήθηκε από έναν ταλαντούχο σκηνοθέτη.
03
συνειδητοποιώ, αντιλαμβάνομαι
prendre conscience de quelque chose
Παραδείγματα
Avez -vous réalisé les conséquences de vos actions ?
Έχετε συνειδητοποιήσει τις συνέπειες των πράξεών σας;
04
υλοποιώ, εφαρμόζω
mettre en œuvre, exécuter une idée ou un projet
Παραδείγματα
L' entreprise a réalisé plusieurs innovations cette année.
Η εταιρεία πραγματοποίησε πολλές καινοτομίες φέτος.
05
αναπτύσσεται πλήρως, προοδεύει
se développer pleinement, progresser
Παραδείγματα
Son potentiel s' est réalisé avec le temps.
Η δυναμικότητά του πραγματοποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου.
06
μετατρέπω σε χρήματα, πουλώ για να αποκτήσω χρήματα
convertir en argent, vendre pour obtenir de l'argent
Παραδείγματα
Le vendeur a réalisé un bon chiffre d' affaires.
Ο πωλητής πραγματοποίησε καλό κύκλο εργασιών.
07
πραγματοποιούμαι, γίνομαι πραγματικότητα
devenir réalité, se concrétiser
Παραδείγματα
Ses espoirs se sont réalisés grâce à sa détermination.
Οι ελπίδες του πραγματοποιήθηκαν χάρη στην αποφασιστικότητά του.



























