Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bien
01
καλά, σωστά
fait quelque chose de manière correcte ou satisfaisante
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il parle bien français.
Μιλάει καλά γαλλικά.
02
πολύ, πάρα πολύ
utilisé pour exprimer une grande intensité ou quantité
Παραδείγματα
Il fait bien froid aujourd'hui.
Κάνει bien κρύο σήμερα.
03
τουλάχιστον, έστω
utilisé pour indiquer une quantité ou un minimum estimé
Παραδείγματα
Il y avait bien trente personnes à la réunion.
Υπήρχαν bien τριάντα άτομα στη συνάντηση.
04
πραγματικά, αληθινά
utilisé pour renforcer une affirmation ou souligner la réalité d'une situation
Παραδείγματα
Il est bien fatigué après le travail.
Είναι πολύ κουρασμένος μετά τη δουλειά.
bien
01
καλός, σωστός
qui est correct, agréable ou satisfaisant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le mieux
συγκριτικός βαθμός
mieux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien
αρσενικό πληθυντικό
bien
θηλυκό ενικό
bien
θηλυκό πληθυντικό
bien
Παραδείγματα
C'est un bien travail.
Είναι μια καλή δουλειά.
02
άνετος, βολικός
qui procure du confort ou de la commodité
Παραδείγματα
Ce fauteuil est bien pour lire.
Αυτή η πολυθρόνα είναι καλή για ανάγνωση.
03
όμορφος, ευχάριστος
qui est agréable à voir, beau ou plaisant
Παραδείγματα
Elle est bien dans cette robe.
Φαίνεται καλά σε αυτό το φόρεμα.
04
καλός, ειλικρινής
qui agit avec droiture, honnêteté et bonté
Παραδείγματα
C'est un homme bien.
Είναι ένας καλός άνθρωπος.
Le bien
01
καλό, αγαθό
ce qui est bon, juste ou moralement positif
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le bien triomphe toujours du mal.
Το καλό πάντα θριαμβεύει πάνω στο κακό.
02
αγαθό, κατοχή
ce que possède une personne, un objet de propriété
Παραδείγματα
Il a vendu tous ses biens avant de partir.
Πούλησε όλα τα αγαθά του πριν φύγει.
03
όφελος, πλεονέκτημα
avantage, profit ou intérêt que procure quelque chose
Παραδείγματα
Ce projet est pour le bien de tous.
Αυτό το έργο είναι για το καλό όλων.
bien
01
καλά, εντάξει
mot employé pour marquer l'acceptation, la conclusion ou la transition dans une conversation
Παραδείγματα
— Tu es prêt ? — Bien, allons-y !
— Είσαι έτοιμος; — Καλά, πάμε!
Les biens
01
αγαθά, εμπορεύματα
choses matérielles possédées ou destinées à la vente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
biens
Παραδείγματα
Les biens importés sont soumis à des taxes élevées.
Τα εισαγόμενα αγαθά υπόκεινται σε υψηλούς φόρους.



























