Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le biceps
[gender: masculine]
01
δικέφαλος μυς, μπάισεπς
muscle situé à l'avant du bras, responsable de la flexion du coude
Παραδείγματα
Une déchirure du biceps peut nécessiter une chirurgie.
Ένας ρήγμα του δικέφαλου μπορεί να απαιτήσει χειρουργική επέμβαση.



























