Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El calco
01
αντιγραφή, ιχνηλάτηση
la acción de copiar un dibujo poniendo un papel sobre el original
Παραδείγματα
Usó una mesa de luz para facilitar el calco del patrón de costura.
Χρησιμοποίησε ένα φωτεινό τραπέζι για να διευκολύνει την αντιγραφή του σχεδίου ράψιμου.
02
αντίγραφο άνθρακα, αντίγραφο
una copia de un documento hecha con papel carbón
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
calcos
Παραδείγματα
El contrato se firmó por triplicado, quedándole el calco a la segunda parte.
Το συμβόλαιο υπογράφηκε σε τρία αντίγραφα, με το αντίγραφο σε ανθρακικό χαρτί να παραμένει στο δεύτερο μέρος.
03
καλκ, κυριολεκτικό δάνειο
una palabra o frase traducida literalmente de otro idioma
Παραδείγματα
"Luna de miel" es un calco del francés "lune de miel".
Το "Luna de miel" είναι μια κατά λέξη μετάφραση από τα γαλλικά "lune de miel".



























