Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
préparer
01
προετοιμάζω, οργανώνω
mettre en état d'utilisation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prépare
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
préparons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préparerai
ενεστώτα μετοχή
préparant
παθητική μετοχή
préparé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
préparions
Παραδείγματα
Il prépare son sac de voyage.
Αυτός προετοιμάζει την ταξιδιωτική του τσάντα.
02
προετοιμάζω, οργανώνω
organiser à l'avance
Παραδείγματα
Nous préparons une surprise pour son anniversaire.
Προετοιμάζουμε μια έκπληξη για τα γενέθλιά του.
03
προετοιμάζω, ετοιμάζω
faire les étapes nécessaires pour rendre un aliment prêt à consommer
Παραδείγματα
Je prépare une tarte aux pommes.
Προετοιμάζω μια μηλόπιτα.
04
προμηνύω, προαναγγέλλω
annoncer indirectement un événement à venir
Παραδείγματα
Ces nuages noirs préparent un orage.
Αυτά τα μαύρα σύννεφα προετοιμάζουν μια καταιγίδα.
05
προετοιμάζω, προετοιμάζομαι
faire les actions nécessaires pour être prêt
Παραδείγματα
Je me prépare pour la réunion.
Προετοιμάζομαι για τη συνάντηση.
06
βρίσκεται σε εξέλιξη, έρχεται
être en voie de se produire
Παραδείγματα
Un conflit se prépare entre les équipes.
Μια σύγκρουση ετοιμάζεται μεταξύ των ομάδων.
07
βοηθώ στην προετοιμασία, βοηθώ στην προετοιμασία
aider quelqu'un à se préparer ou à accomplir une tâche
Παραδείγματα
Je prépare mon frère pour son examen.
Προετοιμάζω τον αδελφό μου για την εξέτασή του.
08
προετοιμάζω, προετοιμάζω ψυχολογικά
mettre quelqu'un dans l'état psychologique nécessaire avant une annonce
Παραδείγματα
Je dois te préparer à une mauvaise nouvelle.
Πρέπει να σε προετοιμάσω για ένα άσχημο νέο.



























