présent
présent
pʁezɑ̃
prezaa
prison

Ορισμός και σημασία του "présent"στα γαλλικά

01

παρών, υπάρχων

qui est là, qui existe ou qui assiste à quelque chose 
présent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus présent
συγκριτικός βαθμός
plus présent
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
présent
αρσενικό πληθυντικό
présents
θηλυκό ενικό
présente
θηλυκό πληθυντικό
présentes
Παραδείγματα
Tous les élèves étaient présents. 

Όλοι οι μαθητές ήταν παρόντες.

01

τρέχουσα στιγμή, παρόν

moment actuel, temps où l'on est 
le présent definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il faut profiter du présent. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store