Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La préservation
[gender: feminine]
01
διατήρηση, προστασία
action de protéger quelque chose pour qu'il conserve son état, sa qualité ou son intégrité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La préservation de la biodiversité est un défi majeur pour les scientifiques.
Η διατήρηση της βιοποικιλότητας είναι μια μεγάλη πρόκληση για τους επιστήμονες.



























