Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prétendre
01
αξιώνω, διεκδικώ
revendiquer quelque chose que l'on estime être dû
Παραδείγματα
Ils prétendent la propriété de la maison familiale.
Διεκδικούν την ιδιοκτησία του οικογενειακού σπιτιού.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αξιώνω, διεκδικώ