prétendre
prétendre
pʁetɑ̃:dʁ
pretaadr

Ορισμός και σημασία του "prétendre"στα γαλλικά

prétendre
01

αξιώνω, διεκδικώ

revendiquer quelque chose que l'on estime être dû 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prétends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prétendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prétendrai
ενεστώτα μετοχή
prétendant
παθητική μετοχή
prétendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prétendions
Παραδείγματα
Il prétend ses droits sur l'héritage. 

Αυτός διεκδικεί τα δικαιώματά του στην κληρονομιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store