Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prétendre
01
αξιώνω, διεκδικώ
revendiquer quelque chose que l'on estime être dû
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
prétends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prétendons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
prétendrai
ενεστώτα μετοχή
prétendant
παθητική μετοχή
prétendu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prétendions
Παραδείγματα
Ils prétendent la propriété de la maison familiale.
Διεκδικούν την ιδιοκτησία του οικογενειακού σπιτιού.



























