Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compter
01
μετράω, υπολογίζω
déterminer un nombre ou une quantité
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comptons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compterai
ενεστώτα μετοχή
comptant
παθητική μετοχή
compté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comptions
Παραδείγματα
L'enfant apprend à compter jusqu'à 100.
Το παιδί μαθαίνει να μετράει μέχρι το 100.
02
υπολογίζω, λογαριάζω
effectuer des opérations mathématiques pour obtenir un total
Παραδείγματα
Je compte mes dépenses chaque semaine.
Μετράω τα έξοδά μου κάθε εβδομάδα.
03
λαμβάνω υπόψη, συμπεριλαμβάνω
prendre en considération, inclure dans un calcul ou une estimation
Παραδείγματα
Il faut compter les frais de livraison dans le budget.
Πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τα έξοδα παράδοσης στον προϋπολογισμό.
04
υπολογίζω κατά προσέγγιση, εκτιμώ
faire une estimation approximative
Παραδείγματα
Je compte environ 50 participants.
Υπολογίζω περίπου 50 συμμετέχοντες.
05
περιέχω, συμπεριλαμβάνω
contenir, inclure comme élément constitutif
Παραδείγματα
Cette région compte trois grandes villes.
Αυτή η περιοχή διαθέτει τρεις μεγάλες πόλεις.
06
σκοπεύω, σχεδιάζω
avoir l'intention de faire quelque chose
Παραδείγματα
Je compte partir demain matin.
Σκοπεύω να φύγω αύριο το πρωί.
07
βασίζομαι σε, εμπιστεύομαι
placer son espoir ou sa confiance en quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Je compte sur toi pour ce projet.
Βασίζομαι σε σένα για αυτό το έργο.
08
έχω σημασία, είμαι σημαντικός
avoir de l'importance , être significatif
Παραδείγματα
Chaque détail compte dans cette affaire.
Κάθε λεπτομέρεια μετράει σε αυτή την υπόθεση.



























