Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le compte
01
τραπεζικός λογαριασμός, λογαριασμός στην τράπεζα
service bancaire où l'on garde et gère son argent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comptes
Παραδείγματα
J'ai ouvert un compte à la banque hier.
Άνοιξα έναν λογαριασμό στην τράπεζα χθες.
02
λογαριασμός, προφίλ
accès personnel à un site ou une application avec identifiant et mot de passe
Παραδείγματα
J'ai créé un compte sur ce réseau social.
Δημιούργησα έναν λογαριασμό σε αυτό το κοινωνικό δίκτυο.
03
καταμέτρηση, μέτρημα
action de compter des choses ou des personnes
Παραδείγματα
Le compte des invités est terminé.
Η καταμέτρηση των επισκεπτών έχει ολοκληρωθεί.



























