Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comprendre
01
καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι
saisir le sens de quelque chose avec l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
comprends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comprenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
comprendrai
ενεστώτα μετοχή
comprenant
παθητική μετοχή
compris
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comprenions
Παραδείγματα
Je comprends bien cette leçon.
Καταλαβαίνω καλά αυτό το μάθημα.
02
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
contenir quelque chose comme élément ou partie
Παραδείγματα
Le prix comprend le repas et les boissons.
Η τιμή περιλαμβάνει το γεύμα και τα ποτά.
03
καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, αμοιβαία κατανόηση
se saisir mutuellement le sens, s'expliquer clairement entre personnes
Παραδείγματα
Nous nous comprenons très bien.
Καταλαβαίνουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον.



























