Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compréhensif
01
κατανοητικός, συμπονετικός
capable de comprendre les sentiments, les besoins ou les difficultés des autres
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus compréhensif
συγκριτικός βαθμός
plus compréhensif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
compréhensif
αρσενικό πληθυντικό
compréhensifs
θηλυκό ενικό
compréhensive
θηλυκό πληθυντικό
compréhensives
Παραδείγματα
Les amis compréhensifs aident dans les moments difficiles.
Οι κατανοητικοί φίλοι βοηθούν στις δύσκολες στιγμές.



























