comprendre
comprendre
kɔ̃pʁɑ̃:dʁ
kawpraadr

Ορισμός και σημασία του "comprendre"στα γαλλικά

comprendre
01

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

saisir le sens de quelque chose avec l'esprit 
comprendre definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
comprends
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
comprenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
comprendrai
ενεστώτα μετοχή
comprenant
παθητική μετοχή
compris
α΄ πληθυντικό παρατατικού
comprenions
Παραδείγματα
Je comprends bien cette leçon. 

Καταλαβαίνω καλά αυτό το μάθημα.

02

περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω

contenir quelque chose comme élément ou partie 
comprendre definition and meaning
Παραδείγματα
Le prix comprend le repas et les boissons. 

Η τιμή περιλαμβάνει το γεύμα και τα ποτά.

03

καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον, αμοιβαία κατανόηση

se saisir mutuellement le sens, s'expliquer clairement entre personnes 
Παραδείγματα
Nous nous comprenons très bien. 

Καταλαβαίνουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store