le compte
compte
kɔ̃t
kawt
comtecoptecomètecompote

Ορισμός και σημασία του "compte"στα γαλλικά

01

τραπεζικός λογαριασμός, λογαριασμός στην τράπεζα

service bancaire où l'on garde et gère son argent 
le compte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
comptes
Παραδείγματα
J'ai ouvert un compte à la banque hier. 

Άνοιξα έναν λογαριασμό στην τράπεζα χθες.

02

λογαριασμός, προφίλ

accès personnel à un site ou une application avec identifiant et mot de passe 
le compte definition and meaning
Παραδείγματα
J'ai créé un compte sur ce réseau social. 

Δημιούργησα έναν λογαριασμό σε αυτό το κοινωνικό δίκτυο.

03

καταμέτρηση, μέτρημα

action de compter des choses ou des personnes 
le compte definition and meaning
Παραδείγματα
Le compte des invités est terminé. 

Η καταμέτρηση των επισκεπτών έχει ολοκληρωθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store