Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
compulser
01
συμβουλεύομαι, εξετάζω
examiner ou rechercher attentivement des documents ou des informations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compulse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
compulsons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compulserai
παθητική μετοχή
compulsé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
compulsions
Παραδείγματα
Il compulse les archives pour trouver des informations.
Εξετάζει τα αρχεία για να βρει πληροφορίες.



























