compulser
com
kɔ̃
κο
pul
pyl
πυλ
ser
se
σε
composercompenser

Ορισμός και σημασία του "compulser"στα γαλλικά

compulser
01

συμβουλεύομαι, εξετάζω

examiner ou rechercher attentivement des documents ou des informations 
compulser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compulse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
compulsons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compulserai
παθητική μετοχή
compulsé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
compulsions
Παραδείγματα
Il compulse les archives pour trouver des informations. 

Εξετάζει τα αρχεία για να βρει πληροφορίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store