compulser

Ορισμός και σημασία του "compulser"στα γαλλικά

compulser
01

συμβουλεύομαι, εξετάζω

examiner ou rechercher attentivement des documents ou des informations
compulser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
compulse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
compulsons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
compulserai
παθητική μετοχή
compulsé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
compulsions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store