Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to braise
01
σιγοβράζω, μαγειρεύω σε χαμηλή θερμοκρασία
to cook food at a low temperature with a small amount of liquid in a closed container
Transitive: to braise food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
braise
γ΄ ενικό πρόσωπο
braises
ενεστώτα μετοχή
braising
απλός αόριστος
braised
παθητική μετοχή
braised
Παραδείγματα
Braise the beef in a covered pot with red wine and broth until it's tender.
Σιγοβράστε το βοδινό σε μια καπάκια κατσαρόλα με κόκκινο κρασί και ζωμό μέχρι να μαλακώσει.
Λεξικό Δέντρο
braised
braiser
braising
braise



























