Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tout
01
όλος, όλη
sert à désigner l'intégralité d'un ensemble ou la totalité d'un élément
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tout
αρσενικό πληθυντικό
tous
θηλυκό ενικό
toute
θηλυκό πληθυντικό
toutes
Παραδείγματα
Toute la classe est absente.
Όλη η τάξη απουσιάζει.
02
κάθε, όλα
utilisé devant un nom singulier pour désigner chaque élément pris individuellement dans une série ou une catégorie
Παραδείγματα
Tout enfant a besoin d'amour.
Κάθε παιδί χρειάζεται αγάπη.
tout
01
όλα, τα πάντα
désigne une totalité sans répéter le nom.
Παραδείγματα
Tout est prêt.
Όλα είναι έτοιμα.
tout
01
πολύ
utilisé pour renforcer ou nuancer un adjectif ou un autre adverbe
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Elle est tout heureuse.
Είναι ολόκληρη ευτυχισμένη.
02
ενώ, ταυτόχρονα
sert à indiquer que deux actions se produisent en même temps
Παραδείγματα
Il chantait tout en travaillant.
Τραγουδούσε όλα ενώ εργαζόταν.
Le tout
01
το συνολικό ποσό, το σύνολο
le montant total d'une dépense, d'un achat ou d'un ensemble de choses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le tout fait cent euros.
Το σύνολο κάνει εκατό ευρώ.
02
το όλον, το σύνολο
un ensemble considéré comme un bloc
Παραδείγματα
Le tout forme une belle harmonie.
Το σύνολο σχηματίζει μια όμορφη αρμονία.
03
το όλο, το σύνολο
l'ensemble d'éléments, d'objets, de contenus ou d'idées comme un bloc unique ou global
Παραδείγματα
Il a pris le tout sans demander.
Πήρε όλα χωρίς να ρωτήσει.



























