tousser
tou
tu
too
sser
se
se
poussermousserglousser

Ορισμός και σημασία του "tousser"στα γαλλικά

tousser
01

βήχω

expulser de l'air brusquement par la bouche à cause d'une irritation des voies respiratoires 
tousser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
toussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tousserai
ενεστώτα μετοχή
toussant
παθητική μετοχή
toussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
toussions
Παραδείγματα
Il tousse beaucoup depuis hier soir. 

Βήχει πολύ από χθες το βράδυ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store