tousser
Pronunciation
/tuse/

Ορισμός και σημασία του "tousser"στα γαλλικά

tousser
01

βήχω

expulser de l'air brusquement par la bouche à cause d'une irritation des voies respiratoires
tousser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
toussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tousserai
ενεστώτα μετοχή
toussant
παθητική μετοχή
toussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
toussions
Παραδείγματα
Elle tousse moins depuis qu' elle prend ce sirop.
Εκείνη βήχει λιγότερο από τότε που παίρνει αυτό το σιρόπι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store