Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tousser
01
βήχω
expulser de l'air brusquement par la bouche à cause d'une irritation des voies respiratoires
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tousse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
toussons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tousserai
ενεστώτα μετοχή
toussant
παθητική μετοχή
toussé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
toussions
Παραδείγματα
Il tousse beaucoup depuis hier soir.
Βήχει πολύ από χθες το βράδυ.



























