Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remuer
01
κινώ, ανακατεύω
déplacer quelque chose ou quelqu'un avec des gestes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remuons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remuerai
ενεστώτα μετοχή
remuant
παθητική μετοχή
remué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remuions
Παραδείγματα
Le vent remue les feuilles des arbres.
Ο άνεμος κουνάει τα φύλλα των δέντρων.
02
ανακατεύω, ανακινώ
déplacer un liquide ou une substance avec un outil pour l'homogénéiser
Παραδείγματα
Elle remue la soupe avec une cuillère en bois.
Ανακατεύει τη σούπα με ένα ξύλινο κουτάλι.
03
κουνώ, κινώ
faire de petits mouvements répétitifs ou involontaires
Παραδείγματα
Le chien remue la queue quand il est content.
Ο σκύλος κουνάει την ουρά του όταν είναι χαρούμενος.
04
κινώ, ταρακουνώ
faire des mouvements corporels, souvent petits et répétitifs
Παραδείγματα
Le bébé se remue beaucoup dans son berceau.
Το μωρό κουνιέται πολύ στην κούνια του.
05
ταράζω, συγκινώ
provoquer des émotions fortes ou des troubles
Παραδείγματα
Ce discours a remué la foule.
Αυτός ο λόγος σάλεψε το πλήθος.
06
να ξεκινήσει να δρα, να ενεργεί με ενέργεια
se mettre en action avec énergie pour réaliser quelque chose
Παραδείγματα
Si tu veux réussir, il faut te remuer !
Αν θέλεις να πετύχεις, πρέπει να κινηθείς!



























