Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remémorer
01
θυμάμαι, ανακαλώ στη μνήμη
faire revenir un souvenir à l'esprit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remémore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remémorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remémorerai
ενεστώτα μετοχή
remémorant
παθητική μετοχή
remémoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remémorions
Παραδείγματα
Le film me remémore des événements de ma jeunesse.
Η ταινία μου θυμίζει γεγονότα από τη νεότητά μου.



























