Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le renard
[gender: masculine]
01
αλεπού, αλώπηξ
mammifère sauvage à museau pointu et à queue touffue, connu pour sa ruse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
renards
Παραδείγματα
Une renarde protège ses petits dans le terrier.
Μια αλεπού προστατεύει τα μικρά της στη φωλιά.
02
αλεπού, πανούργος
personne très rusée et habile pour tromper les autres
Παραδείγματα
Dans la politique, il faut être un peu renard.
Στην πολιτική, πρέπει να είσαι λίγο αλεπού.
Λεξικό Δέντρο
renard
nard



























