Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rencontrer
01
συναντώ, γνωρίζω
faire face à quelqu'un ou quelque chose, être en présence de
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rencontre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rencontrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rencontrerai
ενεστώτα μετοχή
rencontrant
παθητική μετοχή
rencontré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rencontrions
Παραδείγματα
Il aime rencontrer de nouvelles personnes lors de voyages.
Του αρέσει να γνωρίζει νέα άτομα κατά τη διάρκεια των ταξιδιών.
02
συναντιούνται, βλέπονται
être face à face ou faire connaissance mutuellement
Παραδείγματα
Les étudiants se rencontrent pour discuter du projet.
Οι φοιτητές συναντιούνται για να συζητήσουν το έργο.
03
γνωρίζονται, αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους
faire connaissance, commencer à se connaître mutuellement
Παραδείγματα
Ils se sont rencontrés grâce à des amis communs.
Γνώρισαν χάρη σε κοινούς φίλους.
04
βρίσκομαι, συναντώμαι
se trouver ou apparaître en un lieu ou dans une situation
Παραδείγματα
Des traces anciennes se rencontrent sur ce site archéologique.
Σε αυτόν τον αρχαιολογικό χώρο συναντιούνται αρχαία ίχνη.



























