Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rencontrer
01
συναντώ, γνωρίζω
faire face à quelqu'un ou quelque chose, être en présence de
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rencontre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rencontrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rencontrerai
ενεστώτα μετοχή
rencontrant
παθητική μετοχή
rencontré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rencontrions
Παραδείγματα
Elle rencontre son ami au café chaque semaine.
Αυτή συναντά τον φίλο της στο καφέ κάθε εβδομάδα.
02
συναντιούνται, βλέπονται
être face à face ou faire connaissance mutuellement
Παραδείγματα
Ils se rencontrent tous les matins au parc.
Συναντιούνται κάθε πρωί στο πάρκο.
03
γνωρίζονται, αρχίζουν να γνωρίζονται μεταξύ τους
faire connaissance, commencer à se connaître mutuellement
Παραδείγματα
Ils se sont rencontrés lors d'une fête et ont commencé à se connaître.
Συναντήθηκαν σε ένα πάρτι και άρχισαν να γνωρίζονται.
04
βρίσκομαι, συναντώμαι
se trouver ou apparaître en un lieu ou dans une situation
Παραδείγματα
De tels phénomènes se rencontrent rarement dans la nature.
Τέτοια φαινόμενα σπάνια συναντώνται στη φύση.



























