remémorer
remémorer
ʁememɔʁe
rememawre

Ορισμός και σημασία του "remémorer"στα γαλλικά

remémorer
01

θυμάμαι, ανακαλώ στη μνήμη

faire revenir un souvenir à l'esprit 
remémorer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remémore
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remémorons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remémorerai
ενεστώτα μετοχή
remémorant
παθητική μετοχή
remémoré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remémorions
Παραδείγματα
Cette photo me remémore mon enfance. 

Αυτή η φωτογραφία μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store