Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recevoir
01
λαμβάνω, παίρνω
obtenir ou accepter quelque chose qui est donné ou envoyé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
reçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
recevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
recevrai
ενεστώτα μετοχή
recevant
παθητική μετοχή
reçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
recevions
Παραδείγματα
J'ai reçu une lettre de mon ami hier.
Χθες έλαβα ένα γράμμα από τον φίλο μου.
02
φιλοξενώ, δέχομαι
accueillir des invités et leur offrir des boissons, repas ou hospitalité
Παραδείγματα
Elle reçoit ses amis pour le dîner ce soir.
Αυτή δέχεται τους φίλους της για δείπνο απόψε.
03
λαμβάνω, δέχομαι
subir ou prendre un coup , un choc ou une attaque
Παραδείγματα
Il a reçu un coup de pied pendant le match.
Έλαβε ένα λάκτισμα κατά τη διάρκεια του αγώνα.
04
περνάω, επιτυγχάνω
être accepté ou admis à quelque chose, souvent un examen ou une sélection
Παραδείγματα
Elle a reçu son examen avec succès.
Εκείνη πέρασε με επιτυχία την εξέτασή της.
05
δέχομαι, υποδέχομαι
accueillir quelqu'un pour le rencontrer ou l'écouter, souvent dans un cadre professionnel
Παραδείγματα
Le directeur reçoit les clients chaque matin.
Ο διευθυντής δέχεται τους πελάτες κάθε πρωί.
06
προσγειώνω, πέφτω
atterrir ou tomber sur le sol après un saut ou un mouvement, surtout en sport
Παραδείγματα
Le gymnaste se reçoit parfaitement après son saut.
Ο γυμναστής παίρνει τον εαυτό του τέλεια μετά το άλμα του.



























