reboucher
Pronunciation
/ʁəbuʃˈe/

Ορισμός και σημασία του "reboucher"στα γαλλικά

reboucher
01

ξανακλείνω, ξαναβουλώνω

fermer à nouveau un récipient ou une ouverture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rebouche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rebouchons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
reboucherai
ενεστώτα μετοχή
rebouchant
παθητική μετοχή
rebouché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rebouchions
Παραδείγματα
Elle rebouche systématiquement les pots d' épices.
Εκείνη ξανακλείνει συστηματικά τα βάζα με μπαχαρικά.
02

γεμίζω, κλείνω

combler un trou ou une ouverture
Παραδείγματα
Le dentiste a rebouché ma carie avec un plombage.
Ο οδοντίατρος σφράγισε την τρύπα μου με σφράγισμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store