Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rayonnement
01
ακτινοβολία, ακτινοβόληση
émission ou propagation d'énergie sous forme d'ondes ou de particules
Παραδείγματα
Le rayonnement solaire est essentiel pour la photosynthèse.
Η ηλιακή ακτινοβολία είναι απαραίτητη για τη φωτοσύνθεση.
02
επιρροή, πρεστίζ
influence ou prestige qui se diffuse largement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le rayonnement de cette artiste dépasse les frontières.
Το rayonnement αυτής της καλλιτέχνιδας υπερβαίνει τα σύνορα.



























