rattraper
Pronunciation
/ʀatʀape/

Ορισμός και σημασία του "rattraper"στα γαλλικά

rattraper
01

προσπερνώ, καταφέρνω να φτάσω

rejoindre ou atteindre après une poursuite
rattraper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rattrape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rattrapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rattraperai
ενεστώτα μετοχή
rattrapant
παθητική μετοχή
rattrapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rattrapions
Παραδείγματα
Si tu te dépêches, tu pourras peut-être rattraper le dernier train.
Αν βιαστείς, ίσως μπορέσεις να προλάβεις το τελευταίο τρένο.
02

αντισταθμίζω, ανακτώ

compenser ou récupérer ce qui a été perdu
rattraper definition and meaning
Παραδείγματα
Ils ont rattrapé leur déficit en un mois.
Καλύψαν το έλλειμμά τους σε ένα μήνα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store