rattraper
ratt
ʁat
rat
ra
ʁa
ra
per
pe
pe
attraper

Ορισμός και σημασία του "rattraper"στα γαλλικά

rattraper
01

προσπερνώ, καταφέρνω να φτάσω

rejoindre ou atteindre après une poursuite 
rattraper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rattrape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rattrapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rattraperai
ενεστώτα μετοχή
rattrapant
παθητική μετοχή
rattrapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rattrapions
Παραδείγματα
Il court vite pour rattraper le bus. 

Τρέχει γρήγορα για ναπρολάβει το λεωφορείο.

02

αντισταθμίζω, ανακτώ

compenser ou récupérer ce qui a été perdu 
rattraper definition and meaning
Παραδείγματα
Il travaille tard pour rattraper son retard. 

Δουλεύει μέχρι αργά για να καλύψει την καθυστέρησή του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store