Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rater
01
αποτυγχάνω, δεν καταφέρνω
ne pas réussir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ratons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raterai
ενεστώτα μετοχή
ratant
παθητική μετοχή
raté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rations
Παραδείγματα
Ne veux pas rater ta chance de réussir.
Δεν θέλεις να χάσεις την ευκαιρία σου να πετύχεις.
02
χάνω, αστοχώ
ne pas réussir à attraper ou à profiter de quelque chose
Παραδείγματα
Ils ont raté la chance de gagner.
Έχασαν την ευκαιρία να κερδίσουν.



























