Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ratisser
01
τσακίζω με τσάπα, καθαρίζω με τσάπα
nettoyer ou ramasser avec un râteau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ratisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ratissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ratisserai
ενεστώτα μετοχή
ratissant
παθητική μετοχή
ratissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ratissions
Παραδείγματα
Les jardiniers ratissent les allées chaque matin.
Οι κηπουροί σκουπίζουν τις λεωφόρους κάθε πρωί.
02
κάνω εκστρατεία από πόρτα σε πόρτα, συλλέγω ψήφους
faire du porte-à-porte pour recueillir des votes ou des soutiens
Παραδείγματα
Ratissons méthodiquement pour maximiser notre impact.
Ας κάνουμε πόρτα-πόρτα μεθοδικά για να μεγιστοποιήσουμε τον αντίκτυπό μας.
03
χτενίζω, αναζητώ διεξοδικά
fouiller méthodiquement et minutieusement un lieu
Παραδείγματα
Les douaniers ont ratissé la voiture de fond en comble.
Οι τελωνειακοί έψαξαν το αυτοκίνητο από πάνω μέχρι κάτω.



























