Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ratisser
01
τσακίζω με τσάπα, καθαρίζω με τσάπα
nettoyer ou ramasser avec un râteau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ratisse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ratissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ratisserai
ενεστώτα μετοχή
ratissant
παθητική μετοχή
ratissé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ratissions
Παραδείγματα
Je dois ratisser les feuilles mortes dans le jardin.
Πρέπει να συλλέξω τα νεκρά φύλλα στον κήπο.
02
κάνω εκστρατεία από πόρτα σε πόρτα, συλλέγω ψήφους
faire du porte-à-porte pour recueillir des votes ou des soutiens
Παραδείγματα
Les candidats ont ratissé tout le quartier avant les élections.
Οι υποψήφιοι χτενίσανε όλη τη γειτονιά πριν από τις εκλογές.
03
χτενίζω, αναζητώ διεξοδικά
fouiller méthodiquement et minutieusement un lieu
Παραδείγματα
La police a ratissé la forêt à la recherche du suspect.
Η αστυνομία έψαξε το δάσος αναζητώντας τον ύποπτο.



























