Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le ravage
01
dégât très important causé par un phénomène, une maladie ou une action , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
L'incendie a causé d'importants ravages dans la forêt.



























