Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rater
01
αποτυγχάνω, δεν καταφέρνω
ne pas réussir quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rate
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ratons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
raterai
ενεστώτα μετοχή
ratant
παθητική μετοχή
raté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rations
Παραδείγματα
Il a raté son examen de maths.
Απέτυχε στην εξέταση των μαθηματικών του.
02
χάνω, αστοχώ
ne pas réussir à attraper ou à profiter de quelque chose
Παραδείγματα
Il a raté le train ce matin.
Έχασε το τρένο σήμερα το πρωί.



























