Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rattraper
01
προσπερνώ, καταφέρνω να φτάσω
rejoindre ou atteindre après une poursuite
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
rattrape
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
rattrapons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
rattraperai
ενεστώτα μετοχή
rattrapant
παθητική μετοχή
rattrapé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
rattrapions
Παραδείγματα
Si tu te dépêches, tu pourras peut-être rattraper le dernier train.
Αν βιαστείς, ίσως μπορέσεις να προλάβεις το τελευταίο τρένο.
02
αντισταθμίζω, ανακτώ
compenser ou récupérer ce qui a été perdu
Παραδείγματα
Ils ont rattrapé leur déficit en un mois.
Καλύψαν το έλλειμμά τους σε ένα μήνα.



























